Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Ακόμα ένας αποχωρισμός...

Μη τρομάξετε - δόξα το Θεό όλοι καλά είμαστε στην υγεία μας.
 
Αναφέρομαι στο οτι χτές, στη φωτιά του Μαραθώνα, το εξοχικό του παππού μου και της γιαγιάς μου κάηκε ολοσχερώς!
 
Άν σκεφτεί κανείς πως απο τότε που πέθανε ο παππούς μου (10 + χρόνια τώρα) δεν είχα πάει καθόλου - και κανείς άλλος απο την οικογένεια μου δηλαδή - δεν ξέρω γιατί με πείραξε τόσο πολύ...
 
Κυριεύομαι απο ένα συναίσθημα θλίψης... μια ακόμα παιδική ανάμνηση θα είναι πια μόνο στο μυαλό μου...  δεν θα μπορώ να πάω τα παιδιά μου εκεί να τους δείξω τον "αρχιτεκτονικό οργασμο" του παππού μου. Δεν θα ξαναμαζέψουμε σύκα απο τη συκιά μας και δεν θα μπορώ να πάω εκεί και να φέρω στο μυαλό μου την εικόνα του παππού και της γιαγιάς να μας ανοίγουν την πόρτα (μετά απο τρελή ταλαιπωρία βέβαια γιατι ο παππους μου ήταν και λίγο κουφός και αν η γιαγιά ήταν μέσα μας έπαιρνε και κανα τέταρτο να τα καταφέρουμε).
 
Σκατά. Με εκνευρίζει να αποφασίζει το σύμπαν για μένα. Μέχρι χτές ήταν εκεί και μπορούσα να πάω αν ήθελα. Τώρα δεν μπορώ. Και μου τη σπάει. Να μου πείτε, αν το πουλούσατε το ίδιο δεν θα ήταν? Ε όχι λοιπόν δεν θα ήταν - γιατι θα μπορούσα να το "αποχαιρετήσω" και να κλείσω το κεφάλαιο μέσα μου.
 
Γενικά μου τη σπάνε οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί - αυτοί που σου έρχονται στο ξεκούδουνο και σε βαράνε στο Δόξα Πατρί. Θέλω το χρόνο μου, το δράμα μου βρε παιδί μου... παλιοκατάσταση.
 
Και στεναχωριέμαι που το καμάρι του παππού μου και όλοι του οι κόποι έγιναν καπνός (κυριολεκτικά). Αυτό το σπίτι - οίκημα το λέμε εμείς - ήταν χτισμένο τύπου "patchwork"  - δωματιάκια προστίθενταν σιγά σιγά απο τον παππούκα μου...
 
Η τελική του μορφή ήταν ώς εξής:
 
Η κουζίνα και το σαλόνι/καθιστικό στη μέση και απο τη μία μεριά η μία κρεββατοκάμαρα με το μπάνιο της (αμ πώς) και απο την άλλη -τελείως αντίθετα- η δεύτερη κρεβατοκάμαρα με το δικό της μπάνιο. Όλα και όλα:ο παππούς ήθελε το κάθε δωμάτιο να έχει την αυτονομία του και να μήν ενοχλεί η μία οικογένεια την άλλη.
 
Είχε και πολλές τζαμαρίες γιατι του άρεσε του παππού μου να ρεμβάζει...
 
Εκεί ήταν και ο καναπές μας που γινόταν κρεββάτι...
 
Έξω στον κήπο ο παππούς είχε φυτέψει διάφορα δέντρα και φυσικά και τριανταφυλιές και τον θυμάμαι να κάθεται κάτω με ένα μαξιλάρι να κλαδεύει και να περιποιείται τα φυτά σιγοτραγουδώντας... περίεργο που ένας άνθρωπος της θάλασσας (ήταν ναυτικός ο παππούς μου) αγαπούσε τόσο πολύ την γή...
 
Όσο γράφω μου έρχονται διάφορες ακόμα σκόρπιες αναμνήσεις:
 
1) Το αυτοκίνητο του παππού μου - ενα super miraffiori με το όνομα παρακαλώ - στο γκαράζ
 
2) Τη γιαγιά και τον παππού στο αυτοκίνητο με όλα τα εγγόνια στο πίσω κάθισμα να παίρνει φόρα λίγο πρίν μια ανισόπεδη ανηφορίτσα λίγο έξω απο το Κάτω Σούλι και εμείς να ακουμπάμε με το κεφάλι μας την οροφή του αυτοκινήτου ξεκαρδισμένες!
 
3) Τον παππού να οδηγεί απο το οίκημα ώς τη Ναυτική Βάση του Μαραθώνα στην μέση του δρόμου (γιατι δεν τον βόλευε λέει δεξιά)
 
4) Το αυτοσχέδιο "παγκάκι" στον κήπο αποτελούμενο απο 2 τούβλα και ενα ξύλο (και μόνιμος κίνδυνος να φάς τρελή τούμπα).
 
5) Την ξαδέρφη μου την Ελένη να φωνάζει ¨α, τέλεια έχει και κομμωτήριο" λίγο αφού είχε διαβάσει λάθος την ταμπέλα που έλεγε ξεκάθαρα "κοιμητήριο" - χα χα χα
 
Θα σας γράψω και κάτι τελευταίο με τρελό κίνδυνο να γελοιοποιηθώ αλλα αυτή η σκέψη τριγυρναέι στο μυαλό μου απο τότε που η θεία μου μου είπε πως μόνο το δικό μας κάηκε (γιατι προφανώς οι ιδιοκτήτες των γύρω σπιτιών προστάτεψαν τα δικά τους):
 
Μήπως το οίκημα μας "παραδόθηκε" στις φλόγες όπως παραδίνονται όλοι όσοι είναι εγκαταλειμμένοι και παραμελημένοι για τόσο πολύ καιρο?
 
Στην αρχή αποτέλεσε το καμάρι και το ησυχαστήριο του παππού μου. Συνεχώς ανανεωνόταν με τις εκάστοτε προσθήκες και κατοικούνταν τουλάχιστον τρείς μήνες τον χρόνο. Και ξαφνικά έναν Ιούνιο δεν το άνοιξε κανείς... ήταν γιατι τότε "έφυγε" ο παππούς μου... και μετά τίποτα. Μερικές σποραδικές επισκέψεις και απο τότε ησυχία και εγκατάλειψη. 
 
Θα προτιμούσα να το αγόραζε κάποιος. Έτσι θα ξανάνοιγαν οι πόρτες του, θα φωτιζόταν το εσωτερικό του, θα άνθιζε ο κήπος του. 
 
Κρίμα...
 
Δέσποινα